ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ 



Η Μαρίκα Κοτοπούλη γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 3 του Μαΐου το 1887 και έφυγε από την ζωή στις 11 Σεπτεμβρίου το 1954. Η Κοτοπούλη ήταν κόρη της Ελένης και του Δημητρίου Κοτοπούλη. Και οι δυο γονείς της ήταν ηθοποιοί, ενώ ο πατέρας ήταν και θιασάρχης, επικεφαλής του Δραματικού Θιάσου Πρόοδος. Πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή βρέφος ακόμα σε περιοδεία των γονέων της στο έργο Ο αμαξάς των Άλπεων. Είχε γεννηθεί σχεδόν κυριολεκτικά πάνω στο θεατρικό σανίδι, όταν η μητέρα της «καταληφθείσα επί σκηνής από τας ωδίνας του τοκετού», όπως περιέγραφε μια εφημερίδα της εποχής, «μετεφέρθη κακώς έχουσα εις την οικίαν της, ένθα έφερεν εις φως τον τελευταίον γόνον των Κοτοπούληδων».

Στην ηλικία των πέντε ετών πήρε τον πρώτο της ρόλο σε επιθεώρηση, όπου υποδύθηκε μια μαθήτρια. Μέχρι το 1901 εμφανιζόταν στο πλάι των γονιών της σε διάφορα έργα, και σε ρόλους του κλασικού ρεπερτορίου, σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη.

Το 1902 όταν την προσέλαβε το Βασιλικό Θέατρο απο κει και πέρα αρχίζει να γίνεται γνωστή στο ευρύτερο κοινό. Στο ξεκίνημα αντιμετώπισε εχθρότητα και αμφισβήτηση από μερίδα συναδέλφων της, εξαιτίας της νεαρής της ηλικίας. Το ταλέντο της αναγνωρίστηκε πολύ γρήγορα από τους κριτικούς κι αυτό επιδείνωσε τον ανταγωνισμό με την ευνοούμενη των ανακτόρων ηθοποιό Άννα Φραγκοπούλου. Το ντεμπούτο της στο Βασιλικό Θέατρο ήταν ο ρόλος του Πουκ στο Όνειρο θερινής νυκτός και συνέχισε με ανάλογες επιλογές από το κλασικό ρεπερτόριο, όπως Δωδέκατη νύχτα, Φάουστ και πολλά άλλα. Σημαντική στιγμή στην καριέρα της νεαρής Κοτοπούλη υπήρξε η συμμετοχή της στην τριλογία του Αισχύλου Ορέστεια το 1903, όπου η απαγγελία για πρώτη φορά αρχαίου δράματος στη δημοτική γλώσσα προκάλεσε σεισμό στα θεατρικά και κοινωνικά δεδομένα της εποχής. Οι οπαδοί της καθαρεύουσας, οι οποίοι υποκινήθηκαν από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Γιώργο Μυστριώτη, αντέδρασαν βίαια, προκλήθηκαν επεισόδια με τραυματίες και με έναν νεκρό, τα λεγόμενα Ορεστειακά και η συνέχεια των παραστάσεων διακόπηκε.

Έγινε θιασάρχης το 1908 και το 1912 εγκαταστάθηκε στο θέατρο «Ομονοίας», το οποίο μετονομάστηκε σε «Μαρίκας Κοτοπούλη». Το 1936 μετακόμισε στο θέατρο «Ρεξ» στη οδού Πανεπιστημίου. Το καλοκαίρι του 1924, όταν ο Χαϊλέ Σελασιέ επισκέφθηκε ως αντιβασιλέας της Αιθιοπίας την Ελλάδα, η Κοτοπούλη και ο θίασός της επιλέχτηκαν για την παράσταση του Αγαμέμνονα που δόθηκε προς τιμήν του στο Ηρώδειο. Στις αρχές του 1929 η Κοτοπούλη συγκρότησε  την «Ελευθέραν Σκηνήν», σε συνεργασία με τον χρονογράφο και θεατρικό συγγραφέα Σπύρο Μελά και

 με τη σύμπραξη του γαμπρού της Μήτσου Μυράτ. Η δημιουργία του θιάσου είχε σχεδιαστεί ως αντίβαρο στην επικείμενη σύσταση του Εθνικού Θεάτρου. Γρήγορα, όμως, οι οικονομικές αποτυχίες ορισμένων επιλογών της «Ελευθέρας Σκηνής» οδήγησαν τον Μελά στην απόφαση να αποχωρήσει από το σχήμα, επιλέγοντας την προώθηση των συμφερόντων του μέσω του Εθνικού. Μετά τη διάλυση του θιάσου, η Κοτοπούλη, μαζί με μια ομάδα ηθοποιών, έφυγε τον Οκτώβριο του 1930 για παραστάσεις στις ΗΠΑ, όπου έμεινε εκεί μέχρι τον Ιανουάριο του 1932. Η επιθυμία της να δημιουργήσει ένα θεατρικό σχήμα που θα ήταν το αντίπαλο δέος του Εθνικού Θεάτρου πραγματοποιήθηκε όταν επέστρεψε από την Αμερική και έφτιαξε έναν θίασο με την άλλοτε ανταγωνίστριά της, Κυβέλη, ο οποίος γνώρισε σημαντική επιτυχία. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η παρουσία της Κοτοπούλη στο θεατρικό σανίδι αραίωσε. Η τελευταία της εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1952, στην Ερμούπολη της Σύρου. Η Μαρίκα Κοτοπούλη πέθανε στις 11 Σεπτεμβρίου το 1954. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη την επόμενη του θανάτου της, αφού πρώτα το φέρετρό της εκτέθηκε στη Μητρόπολη σε λαϊκό προσκύνημα.







Πληροφορίες από:Wikipedia 

Φωτό από: monopoli & kyveli

Βίντεο από: 7Xarch & giannisver

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο