ΡΑΛΛΟΥ ΜΑΝΟΥ


Η Ραλλού Μάνου, ήταν Ελληνίδα κορυφαία χορεύτρια, χορογράφος και επίσης καθηγήτρια χορού, γεννήθηκε στις 26 Ιουνίου του 1915 και απεβίωσε στις 15 Οκτωβρίου το 1988 στην Αθήνα.

Ήταν παντρεμένη με τον Παύλο Μυλωνά αρχιτέκτονα και καθηγητή της Ρυθμολογίας στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, [Ε.Μ.Π.] από το 1956 και μετέπειτα ακαδημαϊκό με τον οποίο απέκτησαν δύο γιους, τον Κωνσταντίνο που γεννήθηκε το 1944 στην Αθήνα και τον Αλέξανδρο Μυλωνά, που γεννήθηκε στις Ηνωμένες πολιτείες της Αμερικής. Από την πλευρά του πατέρα της καταγόταν από παλιά φαναριώτικη οικογένεια, ενώ από την πλευρά της μητέρας της από παραδοσιακή ναυτική οικογένεια της Ύδρας. Ήταν εγγονή του Θρασύβουλου Μάνου και ήταν δισεγγονή του Γεωργίου Τομπάζη, υποναυάρχου και υπουργού του Πέτρου Μαυρομιχάλη, βουλευτού, καθώς και του Δημητρίου Μαυροκορδάτου, νομικού και υπουργού Εξωτερικών. Γονείς της Ραλλούς ήταν ο Μακεδονομάχος Πέτρος Θρασύβουλου Μάνος, ο οποίος είχε παντρευτεί σε δεύτερο γάμο την καλλονή μητέρα της Σοφία Τομπάζη το γένος Μαυροκορδάτου, ενώ από τον πρώτο γάμο του πατέρα της με τη Μαρία Αργυροπούλου, είχε δύο ετεροθαλείς αδελφές, την πριγκίπισσα Ασπασία Μάνου, σύζυγο του Βασιλιά Αλέξανδρου και τη Ρωξάνη Μάνου, σύζυγο του εθνικιστή λογοτέχνη Χρήστου Ζαλοκώστα. Αποφοίτησε το 1933, από τη Σχολή Ουρσουλίνων της Τήνου και ξεκίνησε σπουδές χορού κοντά στην Κούλα Πράτσικα. Η Ραλλού σπούδασε ρυθμική, χορό, γυμναστική και μουσική πρώτα κοντά στην Κούλα Πράτσικα και μετά πήγε στο Παρίσι, στο Μόναχο της Γερμανίας, όπου απέκτησε δίπλωμα χορού. Όταν επέστρεψε ξανά στην Αθήνα έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές της εργάσθηκε ως καθηγήτρια του επαγγελματικού τμήματος στην σχολή της Πράτσικα. Μετά από λίγο καιρό η Μάνου έφυγε για μεταπτυχιακές σπουδές στην Νέα Υόρκη. Στο ταξίδι αυτό, την περίοδο 1947-48, της δόθηκε η ευκαιρία να συνεργαστεί με την Μάρθα Γκράχαμ [Martha Graham] και να γνωρίσει το καινοτόμο σύστημα της. Η συνάντηση αυτή έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη και διαμόρφωση του χορευτικού της στυλ και αργότερα εισήγαγε το σύστημα της Aμερικανίδας χορεύτριας στην Eλλάδα, και στην Αγγλία. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, δίδαξε στο εργοστάσιο του Παπαστράτου και στη Σχολή Πράτσικα. Το 1950 ίδρυσε τη σχολή «Pαλλούς Mάνου» για χορευτές και δασκάλους χορού. Τον Ιανουάριο του 1951 από κοινού με τους Μάνο Χατζηδάκι και Σπύρο Βασιλείου, δημιούργησε το «Ελληνικό χορόδραμα», την πρώτη μη κρατική επαγγελματική ομάδας χορού, η οποία έδινε παραστάσεις στην Αθήνα με μουσική από τους πιο αξιόλογους συνθέτες, όπως οι Μάνος Χατζηδάκις, Μίκης Θεοδωράκης, Αργύρης Κουνάδης και άλλων και σκηνικά των Γιάννη Μόραλη, Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα και Σπύρου Βενιζέλου. Το 1960 συμμετείχε στη λειτουργία του πρώτου πειραματικού τηλεοπτικού σταθμού την Ελλάδα, στο πλαίσιο της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης, ο οποίος λειτούργησε με επιτυχία για διάστημα τριών εβδομάδων, μαζί με τους Άλκη Στέα, Γιώργο Οικονομίδη, Μαίρη Λω, Νίκυ Γιάκοβλεφ και την ορχήστρα Λαβράνου. Η Ραλλού Μάνου που αντλούσε την έμπνευσή της από την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά και θέσπισε νέους τρόπους χορευτικής ανανεώνοντας το θέατρο. Έφερε στην προσωπικότητά της δύο γόνιμα συστατικά στοιχεία όπως εκλεπτισµό, καλλιέργεια από τη μια και βαθύτατη αίσθηση της ελληνικότητας από την άλλη, σεμνή και αποτελεσματική φιλοπατρία. Θεωρούσε ότι η Ελληνικότητα δεν είναι «...εξωτερικό γνώρισμα ούτε θέμα υπηκοότητας. Είναι κάτι που έχεις στο αίμα σου» και υποστήριζε ότι οι άνθρωποι πρέπει να μαθαίνουν χορό, «...για να εκφράζονται πιο άνετα, να απελευθερώνονται από διάφορα κόμπλεξ, να μπορούν να κινούνται πιο άνετα μέσα στην κοινωνία».





Πληροφορίες από:metapedia

Φωτό από:metapedia 

Βίντεο από: Kassianni




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο